
Ήταν Σεπτέμβρης, σε μια πλατεία. Βραδάκι. Ήσουν εκεί και διψούσες για νέες περιπέτειες. Όπως κάνεις πάντα από τότε. Ασταμάτητα προσπαθείς να ικανοποιήσεις τη ματαιοδοξία σου και βρίσκεις μόνο κενό γύρω και μέσα σου. Μόνη μένεις να κάνεις αναρτήσεις τα ξημερώματα γι' αγάπες φανταστικές, για να νομίζεις ότι έχεις ζωή. Για να κρύβεις το λίγο πίσω από στίχους εξίσου λίγους αλλά πάντα ευφάνταστους. Για να προσπαθείς να πλασάρεις το πολύ σου στον κανένα. Είσαι καταραμένη. Φυλακισμένη στην ίδια σου τη φυλακή, τον εαυτό σου.
Είχες την ευκαιρία σου μαζί μου. Ξανά και ξανά. Μία και δύο και τρεις. Πάντα την είχες γιατί πάντα κάτι άλλο μου έδειχνες. Πιο ελπιδοφόρο, πιο ειλικρινές. Αλλά πάντα κατέστρεφες την εικόνα σου αυτή τσαλακώνοντας με τα χέρια σου και το τελευταίο απομεινάρι αυτοσεβασμού. Με τα πολλά και τα λίγα κατάντησες ένα φάντασμα. Εμφανίζεσαι νύχτα, μεταμορφώνεσαι σε αράχνη και πλέκεις στα δίχτυα σου ανήμπορους συναισθηματικά ποιητές για να κάνεις το κέφι σου. Πάλι. Τα ίδια απ' την αρχή.
Αυτό που περιμένω από σένα είναι να καταλάβεις. Ότι η ζωή μας είναι μικρή για ψέμματα. Είναι μικρή για εντυπωσιασμούς. Αυτό που περιμένω από σένα είναι μια συγγνώμη στον εαυτό σου και μια αλλαγή πλεύσης. Προς την αλήθεια. Και μόνο. Βγες απ΄το σκοτάδι. Ξημέρωσε. Κι ας μη μου πεις καλημέρα.